• Κυρ, 22/02/2015 - 21:12
Αριστερή Συσπείρωση : Νέα κατάσταση, νέα καθήκοντα

Αποτίμηση του αποτελέσματος των εκλογών της 25ης Γενάρη και της συγκυρίας που διαμορφώνεται μετά από αυτές

Στις εκλογές της 25/1/15 αποτυπώθηκε η ήττα των πολιτικών κομμάτων του Μνημονίου στην Ελλάδα μετά από μια πενταετή κόλαση για το Λαό και τους εργαζόμενους. Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί παράλληλα την πρώτη νίκη αντι-μνημονιακού κόμματος μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών στις οποίες εφαρμόστηκαν μνημονιακά προγράμματα (Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Κύπρος) και μάλιστα στην χώρα που ασκήθηκε η πλέον οξεία ταξική πολιτική εις βάρος της Εργασίας.

Ωστόσο ο σχηματισμός κυβέρνησης με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ γίνεται στο έδαφος σημαντικών πιέσεων που ασκούνται από την ΕΕ και το Κεφάλαιο, ενάντια στην εφαρμογή του προεκλογικού του προγράμματος, πιέσεων που προκαλούν ήδη προγραμματικές υπαναχωρήσεις κύρια στο θέμα του χρέους, των ιδιωτικοποιήσεων και των Τραπεζών.

Είναι ξεκάθαρο ότι το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ αποβλέπει κυρίως στον αστικό εκδημοκρατισμό τόσο της Ελλάδας όσο και μακροπρόθεσμα της ΕΕ, και πολύ λιγότερο στην αύξηση του μεριδίου της Εργασίας στο παραγόμενο κοινωνικό προϊόν, στα επίπεδα έστω της προμνημονιακής περιόδου. Σε καμιά περίπτωση τα αναμενόμενα μέτρα κοινωνικής ανακούφισης δεν αμφισβητούν τους όρους αναπαραγωγής του Κεφαλαίου και την ταξική του κυριαρχία. Πρόκειται άλλωστε για ομαλή κοινοβουλευτική εναλλαγή και όχι για ανατροπή της κυβέρνησης μέσα από τη λαϊκή κινητοποίηση.

Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν είναι ούτε αριστερή κυβέρνηση, ούτε κυβέρνηση της Αριστεράς, όπως άλλωστε ομολογείται και από το ΣΥΡΙΖΑ υιοθετώντας τον όρο «κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας». Όχι εξ' αιτίας της παρουσίας των ΑΝΕΛ, αλλά και προσώπων με διακεκριμένο ρόλο στην εφαρμογή μνημονικών πολιτικών, στο κυβερνητικό σχήμα. Όχι εξαιτίας ορισμένων αναδιπλώσεων και κυβιστήσεων από τις προεκλογικές δεσμεύσεις. Κύρια διότι είναι μια κυβέρνηση με προγραμματική και άνευ όρων αποδοχή του Ευρωπαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας και της συμμετοχής στο πολιτικό και στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.

Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν είναι όμως και μια κυβέρνηση ίδια με αυτές των μνημονίων.

Είναι μια κυβέρνηση που θα επιδιώξει να υλοποιήσει ένα σχέδιο καπιταλιστικής ανασυγκρότησης με εθνική δεσπόζουσα, περιορισμένες παραχωρήσεις στα λαϊκά στρώματα και επαναφορά συγκεκριμένων δημοκρατικών κατακτήσεων που άρθηκαν μια προηγούμενη περίοδο. Η γραμμή της δημοσιονομικής χαλάρωσης που αυτή τη στιγμή αποτελεί σημείο σύγκρουσης με την ΕΕ, συνεπάγεται τη μεταφορά μέρους της κρίσης χρέους στο εσωτερικό του πυρήνα της Ευρωζώνης και κυρίαρχα της Γερμανίας. Η γραμμή αυτή κρατά ανέπαφους τους βασικούς πυλώνες της καπιταλιστικής ηγεμονίας, δηλαδή την ανεργία και την ένταση της εκμετάλλευσης της εργασίας, όπως προβλέπονται στο Σύμφωνο για το Ευρώ.

Οι κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις από την αποδόμηση του μνημονιακού κυβερνητικού κέντρου στην Ελλάδα και η αμφισβήτηση της γερμανικής ευρωπαϊκής πολιτικής, είναι δυνατό να υπερβούν τις επιδιώξεις της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Η είσοδος του λαϊκού παράγοντα στο προσκήνιο συνεχίζει να αποτελεί διακύβευμα και ενεργή πιθανότητα, ικανή να ανατρέψει την «συναινετική λύση» μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ, διότι βρισκόμαστε σε μια στιγμή που μέρα με τη μέρα θα αποδεικνύεται ότι καμιά φιλεργατική πολιτική δεν είναι πιθανή εντός της ΕΕ.

Εκλογική αποτίμηση

Η είσοδος των ΑΝΕΛ στη βουλή και η έλλειψη αυτοδυναμίας για τον ΣΥΡΙΖΑ κατέστησε υποχρεωτική μια κυβερνητική συνεργασία για την οποία υπάρχουν βάσιμες εκτιμήσεις ότι αποτελούσε στρατηγική επιλογή των δύο πλευρών και θα συνέβαινε ούτως ή άλλως. Σε πρώτη ανάγνωση η συνεργασία αυτή φαίνεται ως ιδεολογικά οξύμωρη, στην πραγματικότητα όμως δεν είναι έτσι. Ο σχηματισμός αυτής της κυβέρνησης αποτελεί έμπρακτη υλοποίηση του ιδεολογικού σχήματος της «εθνικής σωτηρίας» και δίνει το τόνο σε σχέση με τον περιορισμό των ρήξεων με το εγχώριο κεφάλαιο. Η απόδοση των Υπουργείων Εθνικής Άμυνας και Τουρισμού στους ΑΝΕΛ δεν είναι τυχαία και «φωτογραφίζει» συγκεκριμένες μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου στις οποίες αποβλέπει η Κυβέρνηση, ενώ παράλληλα ενσωματώνει παραδοσιακά τμήματα της δεξιάς στον πυρήνα του κρατικού μηχανισμού στο σχέδιο της εθνικής σωτηρίας.

Η οριοθέτηση των κομμάτων που εξέφρασαν μνημονιακές θέσεις (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι, ΔΗΜΑΡ) ήταν σημαντική αλλά όχι συντριπτική - τουλάχιστον συνολικά - όπως θα αντιστοιχούσε σε κυβερνήσεις που εφάρμοσαν ένα από τα σκληρότερα προγράμματα λιτότητας παγκοσμίως και αντιμετώπισαν μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις για συνεχόμενα έτη. Τα αποτέλεσμα αυτό αποδεικνύει την ύπαρξη υλικών εκπροσωπήσεων και ιδεολογικών δεσμών ακόμα και σήμερα, με ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.

Ακόμα αρνητικότερη είναι η διατήρηση των ποσοστών της ΧΑ και η ανάδειξη της σε τρίτο κόμμα. Η αντοχή του νεοναζιστικού μορφώματος εξακολουθεί να τροφοδοτείται από τα σημαντικά αποθέματα εκφυλισμού του πολιτικού συστήματος. Είναι ενδεικτικό ότι στις εκλογές της 25/1/15, με ιστορικό και διεθνές δαικύβευμα, καταγράφηκε αποχή της τάξης του 36%, αλλά και σημαντική ενίσχυση της φασίζουσας ψήφου της «πλάκας» – Λεβέντης – Γλέτσος – Ποτάμι. Η εκλογική σταθεροποίηση της ΧΑ συνάδει με την σταθεροποίηση της εξαθλίωσης και «λουμπενοποίησης» τμημάτων του πληθυσμού, το βάθεμα του εκφασισμού μερίδων των εργατικών και κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, στην ανασυγκρότηση φασιστικών πυρήνων που υπήρχαν από την εποχή του εμφυλίου κυρίως σε θύλακες πέριξ του κρατικού μηχανισμού και είχαν ενσωματωθεί παλαιότερα στα κυρίαρχα αστικά κόμματα και, τέλος, οφείλεται στην ειδική ισχύ συγκεκριμένων μερίδων του ελληνικού κεφαλαίου (κυρίως το εφοπλιστικό). Η εκτίμηση που επιβεβαιώνεται είναι πως με την καταστολή δεν ήταν δυνατός ο περιορισμός του φαινομένου, ενώ αντίθετα δόθηκε η δυνατότητα στη ΧΑ να αναδειχθεί ως εν δυνάμει «αντισυστημική» δύναμη σε κοινωνικές μερίδες χωρίς συλλογικό πολιτικό κριτήριο (αγροτικά στρώματα, επαρχία, μηχανισμοί καταστολής, νησιά κ.α.).

Το Ποτάμι δεν κατάφερε να συσπειρώσει σημαντικές δυνάμεις με αποτέλεσμα να μη μπορεί να παίξει, τουλάχιστον άμεσα, το ρόλο της άφθαρτης αντιπολίτευσης απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ παρά την εμμονή ντόπιου και ξένου κεφαλαίου να του αναθέσουν το ρόλο του εκφραστή της νέας αστικής στρατηγικής. Εν πολλοίς αυτό οφείλεται στην πόλωση που επικράτησε και ανάγκασε την αστική τάξη να αφιερώσει σημαντικές δυνάμεις στην στήριξη της ΝΔ, αλλά και στην εκλογική διάσωση του ΠΑΣΟΚ.

Το ΚΚΕ κατάφερε να διατηρήσει τις δυνάμεις του, χωρίς όμως να μπορεί να αρθρώσει ένα πραγματικό και μάχιμο σχέδιο εξόδου από τη κρίση. Η ψήφος στο ΚΚΕ εξακολουθεί είναι η πιο αμήχανη ψήφος καθώς το ΚΚΕ επιμένει να μην εμπλέκεται με τις κοινωνικές διεργασίες των τελευταίων ετών και δε λαμβάνει καμία πρωτοβουλία για τη ρήξη με το καπιταλισμό και τη σύγκρουση με τις κυρίαρχες επιλογές του κεφαλαίου στο σήμερα. Είναι η ιδανική επιλογή των φοβισμένων παραδοσιακών μικροαστικών στρωμάτων καθώς δεν αναλαμβάνει πολιτική ευθύνη σε κανένα επίπεδο και απλά εντείνει την αναμονή να «περάσει η μπόρα» για να μην εκτεθεί στα πραγματικά ενδεχόμενα. (ατύχημα και έξοδος, βάθεμα της καπιταλιστικής επίθεσης, υλική αμφισβήτηση του υφιστάμενου πολιτικού πλαισίου). Μετά από 5 χρόνια βαθύτατης κρίσης του καπιταλισμού με διαλυτικά χαρακτηριστικά για την πλειοψηφία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, η στάση του ΚΚΕ καταδεικνύει το πολιτικό κενό ενός δομημένου ιστορικά πολιτικού χώρου που θα διατηρεί (μόνο) στη θεωρία του το ζήτημα της κοινωνικής ανατροπής.

Για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ - ΜΑΡΣ το αποτέλεσμα έχει διπλή ανάγνωση. Καταρχάς σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί αποτυχία, καθώς σε μια ιδιαίτερα πολωμένη αντιπαράθεση μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ - ΝΔ και με το πρόταγμα της «αριστερής κυβέρνησης» να διαμορφώνει το πολιτικό κλίμα στην αριστερά, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ διατήρησε τις δυνάμεις της και παραμένει ένας αναγνωρίσιμος πολιτικός χώρος. Όμως αντικειμενικά το αποτέλεσμα είναι κατώτερο των δυνατοτήτων, των περιστάσεων και της αναγκαιότητας της περιόδου. Ένας πολιτικός χώρος στον οποίο εν πολλοίς οφείλεται σημαντικό μερίδιο από την απονομιμοποίηση της πολιτικής του κεφαλαίου και με σημαντικότατη και κρίσιμη συμβολή στο μαζικό κίνημα, δεν μπορεί να αποτυπώνει τόσο μειοψηφικά αποτελέσματα παρά μόνο και με ίδια ευθύνη.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ για μια ακόμη φορά δεν επιτυγχάνει να μετασχηματίσει την σημαντική κινηματική και συνδικαλιστική της παρουσία σε αντικαπιταλιστικό πολιτικό ρεύμα. Παρότι έχει καταφέρει να γεννήσει πολιτικές διεργασίες αμφισβήτησης και αντίστασης στην κυρίαρχη πολιτική, και παρά το γεγονός ότι στοιχεία ρήξης του μεταβατικού προγράμματος (τόσο αποσπασματικά, έξοδο από ευρώ και ΕΕ, όσο και στο σύνολό του) επανέρχονται συνεχώς στο προσκήνιο, εκκρεμεί η σύνδεση με συγκεκριμένα τμήματα της σύγχρονης εργατικής τάξης
Η συγκρότηση της εκλογικής πολιτικής συμμαχίας ΑΝΤΑΡΣΥΑΣ - ΜΑΡΣ, δεν μπόρεσε, όπως αναμενόταν άλλωστε, να δώσει εκλογική δυναμική και το καλό ή αποτυχημένο σκέλος του αποτελέσματος δεν θα μπορούσε να χαρακτηρίζει αυτή τη «συνεργασία».

Το εκλογικό αποτέλεσμα είναι απόρροια των πολιτικών και οργανωτικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και αντανακλά περισσότερο την εσωτερική αντιπαράθεση - με ευθύνη συγκεκριμένων οργανώσεων - και λιγότερο τη δυναμική της. Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα από το ίδιο το εκλογικό συμμαχικό όχημα και την συμμετοχή ορισμένων οργανώσεων και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και στο ΜΑΡΣ ταυτόχρονα.

Η υπερταξική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ξεδιπλώνει μια ιστορική αλλαγή στο πολιτικό σύστημα στην οποία η αντικαπιταλιστική Αριστερά οφείλει να τοποθετηθεί με σαφή προσανατολισμό. Αυτόν της εργατικής λαϊκής αντιπολίτευσης, του επαναστατικού δρόμου, του μαρασμού κάθε επίδοξου διαχειριστή της καπιταλιστικής κρίσης και όχι της διαπραγματευτικής ομαλής μετάβασης σε μία εν δυνάμει πιο φιλολαϊκή διαχείριση στα λόγια και όχι στην πράξη. Στο ρήγμα το οποίο δημιούργησε η κυβερνητική εναλλαγή στην αστική στρατηγική, η αντικαπιταλιστική αριστερά οφείλει αδιαμφισβήτητα να παρέμβει και να το διευρύνει, υπερασπιζόμενη τα λαϊκά συμφέροντα και κεκτημένα. Σε αυτό το πλαίσιο, αποτελεί ιστορική ευθύνη όλων των οργανώσεων να πάνε το εγχείρημα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς ένα βήμα μπροστά.

Tags: